Είναι αλήθεια ότι η κύρωση των δασικών χαρτών, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση του
κτηματολογίου και το συνολικό καθορισμό του αιγιαλού, της παραλίας και των υπόλοιπων
θεσμικών γραμμών, θα κατοχυρώσει τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία, ενώ ταυτόχρονα
θα θωρακίσει την περιβαλλοντική περιουσία της χώρα μας.
Μετά το πέρας των έργων αυτών, η διαχείριση των ευαίσθητων και συγχρόνως πολύτιμων
περιοχών θα πραγματοποιείται ευκολότερα και με μεγαλύτερη διαφάνεια.
Παρά το ότι τα έργα αυτά θα έπρεπε να είναι αυτονόητα για μια ευρωπαϊκή χώρα,
χρειάστηκε να γίνει μνημονιακή επιταγή από την αρχή, ώστε να πειστούν οι αρμόδιοι
κρατικοί φορείς να τα ‘τρέξουν’. Παρά ταύτα, η βραδύτητα του ελληνικού κράτους
παραμένει χαρακτηριστική ακόμα και μετά από δέκα χρόνια.
Το γεγονός αυτό, έχει ως αποτέλεσμα η κοινή γνώμη από σύμμαχος και επισπεύδουσα των
εκσυγχρονιστικών αυτών παρεμβάσεων, να υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε πολέμιο
των μεταρρυθμίσεων αυτών.
Όσον αφορά τους δασικούς χάρτες, η μεγάλη καθυστέρηση στην εξέταση των αντιρρήσεων
«δεσμεύει» τα ακίνητα σε μια περίοδο όπου υπάρχει η ανάγκη, μικρών και μεγάλων,
επενδύσεων. Ο λόγος είναι ότι κατά την εξέταση των αντιρρήσεων τα αντίστοιχα ακίνητα
δεν μπορούν να μεταβιβαστούν και να οικοδομηθούν.
Σημαντικό πρόβλημα υπάρχει και με τις αιτήσεις πρόδηλων σφαλμάτων που στην
πραγματικότητα δεν εξετάζονται. Τα σφάλματα αυτά, στις περισσότερες περιπτώσεις,
οφείλονται σε λάθη του ελληνικού δημοσίου ή των προδιαγραφών που το ίδιο έχει ορίσει
στην σύνταξη των αντίστοιχων μελετών, χάριν της μείωσης του κόστους τους. Η μη εξέτασή
τους, οδηγεί τους πολίτες στην υποβολή αντιρρήσεων που είναι πιο χρονοβόρα, αλλά και
κοστοβόρος διαδικασία.
Με την εξέλιξη αυτή, δυστυχώς, οδηγούμαστε από το στόχο της προστασίας των
ευαίσθητων περιοχών στην δέσμευση αρκετών εκτάσεων μη δασικών.
Στο γεγονός αυτό, οφείλω να αναφερθώ στην υπερβολή που έχει συντελεστεί με την ένταξη
των χορτολιβαδικών και πετρωδών εκτάσεων στο αυστηρό πλαίσιο προστασίας της δασικής
νομοθεσίας. Είναι παραλογισμός και μάλιστα αποδεικνύεται όταν, το 70% των εκτάσεων
στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα χαρακτηρίζονται ως χορτολιβαδικές.
Πέραν όμως των παραπάνω, το ελληνικό κράτος παραμένει κοντόφθαλμο σχεδιάζοντας με
ορίζοντα 2-3 χρόνων. Μετά την ολοκλήρωση των δασικών χαρτών, δεν έχει καθοριστεί
διαδικασία για τη διόρθωση ή την αλλαγή τους. Ο πολίτης μπορεί να επιτύχει τη διόρθωση,
ακόμα και μικρών λαθών μόνο αν προσφύγει στα δικαστήρια.
Παρά το ότι έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν σημαντικά σφάλματα ακρίβειας στην χωρική
εξέταση των δασικών χαρτών, το κράτος δεν έχει μεριμνήσει να προστατεύσει τον απλό
πολίτη με μια, σύντομη και αποτελεσματική, εξωδικαστική διαδικασία διευθέτησης
σφαλμάτων επί των κυρωμένων δασικών χαρτών.
Ωστόσο, η πρόταση υπάρχει και έχει κατατεθεί. Είναι η θεσμοθέτηση του διαπιστευμένου
αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού για ζητήματα που αφορούν τις θεσμικές γραμμές. Η
μεταρρύθμιση αυτή, δίνει την ευκαιρία να λυθούν εξωδικαστικά προβλήματα που
δεσμεύουν την ακίνητη περιουσία γρήγορα, έγκυρα και με συγκριτικά μικρότερο κόστος
από τη δικαστική προσφυγή.
Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχηθώ, αυτά τα αναγκαία αναπτυξιακά έργα, η σύνταξη του
κτηματολογίου, των δασικών χαρτών και η θεσμοθέτηση όλων των θεσμικών γραμμών, να
ολοκληρωθούν εντός του χρονικού διαστήματος που έχει προγραμματιστεί.
Η κοινωνία και ο τεχνικός κόσμος, οφείλει να τα στηρίξει, ώστε η χώρα μας να γίνει μια
κανονική ευρωπαϊκή χώρα που δεν θα «παλεύει» ακόμα για τα αυτονόητα.


Αφήστε μια απάντηση